ἐχῑνίσκος


ἐχῑνίσκος
ἐχῑνίσκος, , ein Teil des Ohrs

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • εχινίσκος — ἐχινίσκος, ὁ (Α) [εχίνος] 1. μέρος τού αφτιού («ἡ περὶ τῇ κυψέλῃ κοιλότης», Πολυδ.) 2. μαγειρικό σκεύος …   Dictionary of Greek

  • ἐχινίσκος — hollow of the ear masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχινίσκους — ἐχινίσκος hollow of the ear masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.